Σημειωματάριο για τον Εμφύλιο και τον Κινηματογράφο

Περιηγηθείτε στις σελίδες του για να βρείτε

- ταινίες που αναφέρονται στον ελληνικό Εμφύλιο (1946-1949)

- κριτικές παρουσιάσεις των ταινιών

- συνεντεύξεις των σκηνοθετών και άρθρα για το έργο τους

- στοιχεία για την ιστορία του ελληνικού κινηματογράφου, από το 1906 μέχρι σήμερα

- κείμενα για τη σχέση Ιστορίας και Κινηματογράφου

- αναφορές στη διαδικασία παραγωγής μιας ταινίας και τους παράγοντες που διαμορφώνουν το τελικό αποτέλεσμα


- βιβλιογραφία για τον Εμφύλιο, για τον ελληνικό κινηματογράφο, για την αξιοποίηση των φιλμ μυθοπλασίας ή τεκμηρίωσης στη διδασκαλία της Ιστορίας

Πέμπτη, 15 Σεπτεμβρίου 2011

Ο κινηματογράφος ως παράγοντας πολιτικής


Οι πολιτικές δυνατότητες του κινηματογράφου αναγνωρίστηκαν έγκαιρα: οι εστεμμένοι  τόσο της μικρής Ελλάδας όσο και της Μεγάλης Βρετανίας –και όλοι οι υπόλοιποι πολιτικοί αρχηγοί- σπεύδουν να αναθέσουν το έργο της καταγραφής της εξουσίας τους στο νέο μέσο. Οι επαναστάτες της Σοβιετικής Ένωσης, Λένιν και Τρότσκι, του αποδίδουν το ρόλο του «ισχυρότερου διαφωτιστικού όπλου, εφόσον βρεθεί στα χέρια του λαού» ο πρώτος, «του αντίβαρου στη γοητεία που ασκούν το αλκοόλ και η Εκκλησία» αλλά και του διαπαιδαγωγητικού μέσου ο δεύτερος. Η ισχύς του κι η πειθώ της πολιτικής του δύναμης περιγράφεται από τον κινηματογραφιστή Τσίγκα Βερτόφ, που τον θεωρεί «συνέχιση της πολιτικής με άλλα μέσα» [1].
Ο Virilio αποκαλεί την πολεμική ταινία όπλο για το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, δεδομένου ότι ο κινηματογράφος έχει τη δυνατότητα να προκαλεί τεχνική, ψυχολογική έκπληξη. Ο ίδιος αναφέρει τη χρηματοδότηση παραγωγής ταινιών από κρατικές επιδοτήσεις αλλά και από χορηγίες μεγιστάνων του χρήματος και πολεμικών βιομηχανιών στην προπολεμική αλλά και την εμπόλεμη Γερμανία[2]. Ο Γκέμπελς, ως υπεύθυνος προπαγάνδας του ναζιστικού καθεστώτος της Γερμανίας, επέβαλε την προβολή ταινιών μικρού μήκους και ιδεολογικού περιεχομένου στις γερμανικές κινηματογραφικές αίθουσες[3]. Επιπλέον, ανέθεσε στο γερμανικό κινηματογράφο την αποστολή να βρεθεί ως πρωτοπόρος στις προς κατάκτηση χώρες, επιδιώκοντας την προβολή γερμανικών ταινιών στις χώρες που είχε ή επρόκειτο να κατακτήσει το Γ΄ Ράιχ[4].
Τραγικότερα αλλά και εξαιρετικά χρήσιμα για την κατάδειξη της σημασίας του κινηματογράφου ως πολιτικού οργάνου, είναι τα παρακάτω παραδείγματα: το 1943, η αποτυχημένη προσπάθεια αναπαράστασης και κινηματογράφησης από τους Γερμανούς των νικηφόρων μαχών του Ναρβίκ (1940 Νορβηγία), με σκοπό να χρησιμοποιηθούν ως τονωτικό της κοινής γνώμης, που δεν έχει πια  νίκες για να εφησυχάζει. Η πραγματοποίηση του εγχειρήματος εμποδίζεται από τους  Άγγλους που δεν επιτρέπουν στους αντιπάλους τους να αποτυπώσουν στο φιλμ την ήττα του 1940 και να τη χρησιμοποιήσουν ως προπαγανδιστικό όπλο, αποτρέποντας την κινηματογράφηση με απειλή πραγματικής σύρραξης. 
Το δεύτερο παράδειγμα ακολουθεί χρονικά και αποτελεί συνέχεια του πρώτου: με διαταγή του Χίτλερ, ο στρατός χρησιμοποιείται για την παραγωγή της ταινίας Kolberg[5], όπου περιγράφεται η άμυνα του πληθυσμού στα στρατεύματα του Ναπολέοντα, μέσω των ημερολογίων του τότε Δημάρχου της πόλης. Η πόλη ξαναστήνεται και βομβαρδίζεται από την αρχή ενώ ταυτόχρονα τα συμμαχικά αεροπλάνα βομβαρδίζουν το Βερολίνο. Η ταινία προβάλλεται στις 30 Ιανουαρίου 1945[6], στο Βερολίνο και τη ναυτική βάση La Rochelle, αλλά δεν καταφέρνει να αντιστρέψει την ήττα. Παρά την ατυχή έκβαση των αποπειρών αυτών, γίνεται σαφής η δύναμη επιρροής που αποπνέει το κινηματογραφικό έργο.
Πολιτική διάσταση είχε και η πολεμική που δέχθηκε το ντοκιμαντέρ Οδύνη και έλεος των  Harris, Sedouy, Ophüls, που αναφέρθηκε και νωρίτερα. Στην ταινία γίνεται φανερό πως μικρό ποσοστό γάλλων έλαβε μέρος στην Αντίσταση. Όμως, αμέσως μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, ο  Ντε Γκολ είχε θεωρήσει σκόπιμο να αναγνωρίσει την Αντίσταση, έτσι ώστε εκατομμύρια πολιτών να ξεχάσουν τον εξευτελισμό εκείνων των χρόνων που πέρασαν παθητικά. Με την ταινία αυτή, ανατρέπεται μια αντίληψη που είχε ριζώσει στη συνείδηση των γάλλων με την παρότρυνση του κράτους, τακτοποιώντας μια «άβολη» ανάμνηση: για αυτό πολεμήθηκε, ως καταστροφέας μύθων, απαραίτητων για την ηρεμία του λαού, λέει  ο Ophüls[7]. 
Η εικόνα, το μέσο του κινηματογράφου, είναι ιδιαίτερα ισχυρός παράγοντας ως προς την επιρροή της κοινής γνώμης. Πειστική, υπαινισσόμενη την αντικειμενική αναπαραγωγή της πραγματικότητας, συναγωνίζεται σε εγκυρότητα τα γραπτά τεκμήρια. Κανένα τεκμήριο, όμως, δεν είναι πολιτικά ουδέτερο, αντικειμενικό. Ειδικότερα για τον κινηματογράφο δεν πρέπει να διαφεύγει της προσοχής η εταιρεία που χρηματοδοτεί την ταινία, η επιλογή του εικονολήπτη από αυτήν κι οι επιλογές του ίδιου του εικονολήπτη στη συνέχεια, που προσδίδουν στην εικονοληψία συγκεκριμένο προσανατολισμό[8]. Επιπλέον, χρησιμοποιούνται για τη δημιουργία της  τα εκφραστικά εκείνα μέσα που κάνουν μια ταινία αποτελεσματική, λειτουργική[9]. Φτάνει στο θεατή, προβάλλοντας μια αναπαράσταση της πραγματικότητας, αποτέλεσμα πολλαπλών φιλτραρισμάτων.


[1] Marc Ferro, Κινηματογράφος και Ιστορία, Αθήνα: Μεταίχμιο, 2001
[2] Paul Virilio, Πόλεμος και Κινηματογράφος, Αθήνα, Μεταίχμιο 2003, σελ. 23-24
[3] Paul Virilio, ο.π., σελ.49
[4] Φ. Λαμπρινός, στο Ιστορία του Νέου Ελληνισμού, 1771- 2000, Εφημ. ΤΑ ΝΕΑ και Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 2003, τμ. 8, σελ. 321
[5]Paul Virilio, ο.π., σελ. 136
[6] http://en.wikipedia.org/wiki/Kolberg_film, από 28/02/11
[7] Σ. Γιούτκεβιτς,Μοντέλα Πολιτικού Κινηματογράφου, Αθήνα 1983, Σύγχρονη Εποχή, σελ. 70
[8] Marc Ferro, σελ. 106
[9] Marc Ferro, ο.π., σελ. 31

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου