Σημειωματάριο για τον Εμφύλιο και τον Κινηματογράφο

Περιηγηθείτε στις σελίδες του για να βρείτε

- ταινίες που αναφέρονται στον ελληνικό Εμφύλιο (1946-1949)

- κριτικές παρουσιάσεις των ταινιών

- συνεντεύξεις των σκηνοθετών και άρθρα για το έργο τους

- στοιχεία για την ιστορία του ελληνικού κινηματογράφου, από το 1906 μέχρι σήμερα

- κείμενα για τη σχέση Ιστορίας και Κινηματογράφου

- αναφορές στη διαδικασία παραγωγής μιας ταινίας και τους παράγοντες που διαμορφώνουν το τελικό αποτέλεσμα


- βιβλιογραφία για τον Εμφύλιο, για τον ελληνικό κινηματογράφο, για την αξιοποίηση των φιλμ μυθοπλασίας ή τεκμηρίωσης στη διδασκαλία της Ιστορίας

Κυριακή, 25 Σεπτεμβρίου 2011

Δεμένη κόκκινη κλωστή , 2010, Κώστας Χαραλάμπους



Δείτε την ταινία
Διαβάστε για την ταινία (1)   (2)



Σκηνοθεσία- Σενάριο: Κώστας Χαραλάμπους  
Είδος:  δραματική, κοινωνική, πολεμική
Φωτογραφία: Διονύσης Πετρουτσόπουλος  
Μοντάζ: Χρήστος Τσουμπέλης   
Σκηνικά- κοστούμια: Πασχαλίδης Σάββας
Διάρκεια: 106'
Παραγωγή: ΕΡΤ, NOVA, Art Factory, Βασίλης Αλατάς 

Η Δεμένη κόκκινη κλωστή του Κώστα Χαραλάμπους κάνει πράξη αυτό που υπαινίσσεται το όνομά της: ξεκινά μια ιστορία, την ιστορία του Εμφυλίου. Θα μπορούσε να είναι η απεικόνιση στον κινηματογράφο μαρτυριών των χωρικών που έζησαν το δράμα του Εμφυλίου από τα σπίτια τους, πριν κάποιοι από αυτούς φτάσουν να πολεμάνε στα γύρω βουνά. Είναι η γραμμή αίματος, που τυλίγει τους ανθρώπους του χωριού της Βορειοδυτικής Μακεδονίας[1], αμέσως μετά τη Συμφωνία της Βάρκιζας, σπρώχνοντάς τους σε μια απάνθρωπη περιπέτεια, χωρίς διέξοδο και βέβαια, χωρίς αίσιο τέλος. 

Ο αφοπλισμός των εαμογενών πρώην ανταρτών ενώ παράλληλα, ένοπλοι πρώην συνεργάτες των κατακτητών και  ΜΑΥδες λυμαίνονται την επαρχία, δημιουργεί συνθήκες ασφυκτικές για όποιον δε δηλώσει έμπρακτα την υποταγή του στην εξουσία. Η πλοκή της ταινίας αναπτύσσεται γύρω από τη ζωή απλών χωρικών, που «πληρώνουν» γιατί τάχθηκαν στο πλευρό του ΕΑΜ ή της ΕΠΟΝ. Αν και είναι ανενεργοί, η τοπική εξουσία - Χωροφυλακή – και οι παρακρατικοί συνεργάτες της – ομάδα Μίχα – τους εκβιάζουν, τους συλλαμβάνουν, τους κακοποιούν, τους δολοφονούν άλλοτε με το πρόσχημα της απόδοσης δικαιοσύνης για εγκλήματα που τους κατηγορούν ότι διέπραξαν στην Κατοχή κι άλλοτε με κατηγορίες για κρυμμένα όπλα, συνομωσίες κλπ.
Οι διωκόμενοι αδυνατούν αρχικά να απαντήσουν: δεν έχουν όπλα, δεν έχουν σχέδιο άμυνας, δε γνωρίζουν προς τα πού να κινηθούν. Εξωθούνται στο βουνό από τις καταστάσεις που ζουν, για να αποφύγουν τη φυλακή και τα βασανιστήρια και την ατίμωση στην περίπτωση που προδώσουν τους συντρόφους τους. Ο φακός παρακολουθεί ένα νεαρό χωρικό, το Λάμπρο, που αναγκάζεται να αφήσει τη γυναίκα και το παιδί του για να καταφύγει στο βουνό μαζί με έναν φίλο και ομοϊδεάτη του, τον Ηλία. Στο δρόμο πέφτουν σε ενέδρα της χωροφυλακής, από όπου τους γλιτώνει η εμφάνιση αντάρτικου σώματος. Εντάσσονται στο αντάρτικο, που σύντομα αποκτά  πολιτική καθοδήγηση.
Μάχες, υποστήριξη από τους χωρικούς της περιοχής, συλλήψεις και εξοντώσεις πλέκουν την ιστορία που φέρνει το Λάμπρο να επιζεί από επίθεση στο στρατόπεδο, να κρύβεται στο σπίτι του, όπου και θα σκοτώσει έναν πρώην ΕΠΟΝιτη και νυν βασανιστή και βιαστή της γυναίκας του. Στο κυνηγητό που ακολουθεί χάνει τη γυναίκα και το γιο του, ενώ αυτόν, μισοπεθαμένο, τον περιθάλπουν κάποιοι βοσκοί φίλοι του. Έχει προλάβει να δει ποιος είναι ο εκτελεστής της οικογένειάς του: ο πρώην σύντροφός του, ο Ηλίας, που έχει «σπάσει» και έχει περάσει στο στρατόπεδο των αντιπάλων. Μόλις συνέλθει ο Λάμπρος σκοτώνει τον Ηλία και έπειτα, κυνηγημένος άλλη μια φορά, μπαίνει στο σπίτι του Μίχα και εκδικείται και αυτόν με τρόπο αντίστοιχο του χαμού της δικής του οικογένειας.
Η ιστορία είναι έντονα φορτισμένη συναισθηματικά. Σε αυτό βοηθά και η επιλογή νέων ανθρώπων και παιδιών ως κεντρικών προσώπων. Υπάρχει προσπάθεια να αποδοθούν και στις δύο πλευρές αντίστοιχες ευθύνες για τη βία, για παράδειγμα και στις δύο πλευρές οι άνθρωποι δηλώνουν ότι «εκτελούν διαταγές» για να αποσείσουν ευθύνες από πάνω τους, ενώ αποδέχονται την πίεση των ανωτέρων τους και παραβλέπουν δεσμούς συγγένειας ή φιλίας με τους «εχθρούς». Η βία από τη μεριά των παρακρατικών εμφανίζεται πιο σαδιστική, παράλογη και τυφλή και τόσο ολοκληρωτική που η σκηνή εκδίκησης του τέλους λειτουργεί σχεδόν καθαρτήρια στο θεατή.
Η Ιστορία είναι συνεχώς παρούσα στην ταινία. Σε πολλά άλλα σημεία  καταγράφονται περιστατικά και συνήθειες χαρακτηριστικές της εποχής: η «βοήθεια της ΟΥΝΡΑ» ελέγχεται από τους ΜΑΥδες που απαγορεύουν σε όποιον χαρακτηρίζεται ως αριστερός να ωφεληθεί από αυτήν. Η έξοδος στο βουνό γίνεται στην αρχή αναγκαστικά και υπό την πίεση της «λευκής τρομοκρατίας», χωρίς πολιτικό σχεδιασμό. Αναφέρεται επίθεση ανταρτών στο σταθμό της Χωροφυλακής, πιθανή αναφορά στην επίθεση στο Λιτόχωρο[2], εναρκτήριο λάκτισμα του Εμφυλίου. Η επιμελητεία των ανταρτών – ρουχισμός, υπόδηση, οπλισμός – στηρίζεται στα «λάφυρα» από τους χωροφύλακες και τους παρακρατικούς. Οι σφαίρες τους είναι μετρημένες. Συντηρούνται με στήριξη των ντόπιων πληθυσμών αλλά οι βοηθοί τους πλήττονται γρήγορα από τη Χωροφυλακή και τους παρακρατικούς. Η κινηματογράφηση, η επιλογή του τόπου και η απεικόνισή του[3], τα κοστούμια, ο σκηνικός χώρος συμπράττουν στην απόδοση αισθητικά υψηλού αλλά και ιστορικά ενδιαφέροντος αποτελέσματος.
Η ταινία, στον απόηχο του Ψυχή Βαθιά, καταθέτει μια άλλη άποψη για τον απλό άνθρωπο στον Εμφύλιο: εδώ τα θύματα των δύο πλευρών δεν εξισώνονται, η συγγενική σχέση δε χρησιμοποιείται ως μοχλός για την εξέλιξη αλλά ως μέτρο για τη σκληρότητα των εμπλεκομένων. Ο φόβος και ο τρόμος βασιλεύουν, οι αιτίες είναι ανάγλυφες, τα κίνητρα αναγνωρίσιμα, η σύγκρουση αναπόφευκτη.  


[1] Το όνομα Σεφέκο, ενός εκ των ηρώων, παραπέμπει εξαρχής σε σλαβόφωνους πληθυσμούς και στην περιοχή. Δεν υπάρχουν άλλες αναφορές στο θέμα της σλαβόφωνης μειονότητας ή τη συμμετοχή της στον ΕΛΑΣ ή το ΔΣΕ.
[2] Επίθεση στην χωροφυλακή Λιτοχώρου στις 31 Μαρτίου 1946, ημέρα εκλογών, από τριάντα τρεις αντάρτες.
[3] Ερειπωμένα χωριά (Πυξός, Αγκαθωτό κ.ά.), εμφυλιακά μνημεία (νοσοκομείο ανταρτών, στρατηγείο Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας)

1 σχόλιο: