Σημειωματάριο για τον Εμφύλιο και τον Κινηματογράφο

Περιηγηθείτε στις σελίδες του για να βρείτε

- ταινίες που αναφέρονται στον ελληνικό Εμφύλιο (1946-1949)

- κριτικές παρουσιάσεις των ταινιών

- συνεντεύξεις των σκηνοθετών και άρθρα για το έργο τους

- στοιχεία για την ιστορία του ελληνικού κινηματογράφου, από το 1906 μέχρι σήμερα

- κείμενα για τη σχέση Ιστορίας και Κινηματογράφου

- αναφορές στη διαδικασία παραγωγής μιας ταινίας και τους παράγοντες που διαμορφώνουν το τελικό αποτέλεσμα


- βιβλιογραφία για τον Εμφύλιο, για τον ελληνικό κινηματογράφο, για την αξιοποίηση των φιλμ μυθοπλασίας ή τεκμηρίωσης στη διδασκαλία της Ιστορίας

Πέμπτη, 15 Σεπτεμβρίου 2011

Βιομηχανία κινηματογράφου: παραγωγοί, χρηματοδότες, διανομείς, εκμεταλλευτές


Ο κινηματογράφος αναπτύχθηκε χάρη στο βιομηχανικό καπιταλισμό, ο οποίος τον χρηματοδότησε και του επέτρεψε να μετατραπεί σε μαζικό θέαμα. Η επιχορήγηση από το κράτος ή οι επενδύσεις κι ενισχύσεις από ιδιώτες επιχειρηματίες του δίνουν την ευκαιρία να  υπάρξει. Η σημαντικότητα του κινηματογράφου φαίνεται από τη στήριξη που λαμβάνει, από την αρχή της ιστορίας του, από μεγιστάνες του χρήματος, π.χ. την Krupp –εταιρεία με εμπλοκή και στη βιομηχανία όπλων- στη Γερμανία τις πρώτες δεκαετίες του 20ου και την παράλληλη στήριξή του από το ναζιστικό καθεστώς[1].
Οι άνθρωποι που δημιουργούν διαφοροποιούνται από τους χρηματοδότες τους. Όμως η ύπαρξη μιας ταινίας αποτελεί το τεκμήριο της συνεργασίας των δύο πλευρών: οι συνθήκες παραγωγής είναι το μέσο για την ύπαρξη κι όχι το εμπόδιο για το κινηματογραφικό προϊόν, κατά τον Sorlin[2]. Ανεξάρτητα από την ποιότητά της και την ανταπόκριση που θα έχει στο κοινό, η ταινία δημιουργείται από μία κοινωνική δομή παραγωγής και αναφέρεται σε μία μαζική αγορά[3], χωρίς να χάνει τον επικοινωνιακό της χαρακτήρα.
Είτε αναφερόμαστε σε ανεξάρτητες παραγωγές είτε σε μεγάλες εταιρείες, η κινηματογραφική βιομηχανία περιλαμβάνει τα εξής στάδια[4]: την κατασκευή της ταινίας, την παραγωγή˙ τη διανομή και την εκμετάλλευσή της˙ το μάρκετινγκ, (διαφήμιση, επιλογή χώρου και χρόνου προβολής των ταινιών). Όπως και σε κάθε άλλο προϊόν, έτσι και στην περίπτωση του κινηματογράφου πια, είναι ενδεικτική η θέση του K.Marx, σύμφωνα με την οποία «η παραγωγή, η διανομή και η κατανάλωση αποτελούν τα μέρη μιας ολότητας, διαφορές μέσα σε μια ενότητα[5]». Εξετάζοντας λοιπόν τη διαδικασία παραγωγής και προώθησης μιας ταινίας, ως και τη στιγμή που αυτή θα προβληθεί στο κοινό, δε πρέπει να παραβλέπεται το γεγονός της ύπαρξης μιας «αλυσίδας» που ενώνει τα διάφορα στάδια όσο κι αν αυτά φαίνονται αντικρουόμενα ή αλληλοϋπονομευόμενα. Ο παραγωγός, ο διανομέας, ο εκμεταλλευτής της ταινίας αγωνίζονται για την ίδια πίτα, σημειώνει ο Montagu[6].
Η ταινία αποτελεί εμπορικό προϊόν, υπάρχει επειδή κάποιος επιχειρηματίας ενδιαφέρθηκε για μια πρόταση, τη χρηματοδότησε κι αν τα πράγματα πάνε καλά με την προβολή της αναμένει κέρδη, μαζί με τους λοιπούς συντελεστές της[7]. Μπορεί αυτή η θέση να φαίνεται πως αρμόζει κυρίως στην αμερικανική κινηματογραφική βιομηχανία, όμως το υψηλό κόστος παραγωγής μιας ταινίας την επιβεβαιώνει και στην περίπτωση του ευρωπαϊκού κινηματογράφου. Στην Ευρώπη, σε διαφορετικό βαθμό σε κάθε χώρα, βέβαια, ο παραγωγός συνεργάζεται ως προς τη χρηματοδότηση με το δημόσιο, με ιδιωτικούς φορείς, τον ίδιο το δημιουργό, συμπαραγωγούς, εταιρείες, δανειστές[8]. Εδώ η κρατική υποστήριξη και η παραχώρηση ανοχής στην καλλιτεχνική δημιουργία μοιάζει να υποβαθμίζουν την κυριαρχία της απόσβεσης και της αποκόμισης χρηματικού κέρδους, παρόλα αυτά η επιτυχία μιας ταινίας κρίνεται από τα εισιτήρια που θα «κόψει» και ο αυξημένος αριθμός τους προσφέρει στο δημιουργό την οικονομική κάλυψη για νέες απόπειρες[9]. Η χρηματοδότηση -ή μη- μιας ιδέας είναι αυτή που επιτρέπει, εντέλει, την ύπαρξη της ταινίας, λειτουργώντας ως ένας πρωτογενής φορέας «λογοκρισίας».
Κυριαρχία μονοπωλιακή[10] κατέχουν και οι διανομείς στην κινηματογραφική διαδικασία: αποφασίζουν την πορεία των ταινιών, το πώς και πότε αυτές φτάνουν στο κοινό. Ασκούν δεσποτική πολιτική και έντονη πίεση όχι μόνο στους εκμεταλλευτές- άμεσους συνεργάτες τους αλλά ακόμη και στους «ανεξάρτητους» παραγωγούς[11]. Η περίπτωση του εμπορικού κινηματογράφου είναι χαρακτηριστική, με αποκορύφωμα τη λειτουργία του αμερικανικού συστήματος διανομής: με αποκλειστικότητα και κυριαρχία στις Η.Π.Α. οι μεγάλες εταιρείες διανομής –συχνά θυγατρικές των στούντιο παραγωγής- έχουν κατορθώσει να κατακλύσουν με δικές τους ταινίες και την ευρωπαϊκή αγορά, συνεργαζόμενες για να αποκλείσουν από την αγορά του θεάματος άλλες μικρότερες, συγχωνεύοντας ή αγοράζοντας ευρωπαϊκές εταιρείες. Οι ευρωπαίοι διανομείς, αν και συνηθίζεται να λαμβάνουν υπόψη τη σύμφωνη γνώμη του παραγωγού για τη διαχείριση των ταινιών, έρχονται αντιμέτωποι με την αμερικανική διανομή στην αγορά και υποχρεούνται να αντεπεξέλθουν στον ανταγωνισμό.  Λύση στο πρόβλημα του ανταγωνισμού δόθηκε με τη δημιουργία τμημάτων διανομής στις ίδιες τις παραγωγούς εταιρείες.  Στην επιλογή αυτή συνέβαλε και το ότι η επιτυχημένη διανομή ή η εξασφάλιση της προβολής μιας ταινίας, από την περίοδο που ακόμη φτιάχνεται, σήμαινε και εξασφάλιση χρηματοδότησης για αυτήν και για τις λοιπές παραγωγές[12].
Η χρηματοδότηση της ταινίας στηρίζεται σε ένα ποσοστό στα έσοδα των εισιτηρίων, αλλά και σε άλλες πηγές, όπως η διαφήμιση, η πώληση ειδών εμπνευσμένων από και με το λογότυπο της ταινίας[13] κλπ. Στην πλειοψηφία πάντως των περιπτώσεων και ως τη δεκαετία του ’80, η αίθουσα και το κοινό αποτελούν τη βασική πηγή εσόδων. Έτσι, οι περιπλανώμενοι προβολείς της αρχής της ιστορίας του κινηματογράφου θα δώσουν τη θέση τους σε αίθουσες, που το 1908 φτάνουν τις 8.000 στις Η.Π.Α. κι αντίστοιχα αυξάνονται σταδιακά και στην Ευρώπη. Κατά τη δεκαετία του ΄80, πλησιάζουν τις 20.000 στην Αμερική, τις 6.500 στη Γαλλία, τις 4.000 στην Ιταλία, τις 3.000 στη Γερμανία, τις 1200 στη Μ. Βρετανία[14]. Οι αριθμοί αυτοί θα μειωθούν σημαντικά με την έλευση του οικιακού video αλλά και την ισχυροποίηση της τηλεόρασης μέσω των ιδιωτικών σταθμών. Χαρακτηριστικά αναφέρεται από τον Ν. Κολοβό το παράδειγμα της Ιταλίας, όπου ο αριθμός των θεατών του κινηματογράφου μειώθηκε στο 1/5 του (513 σε 110 εκατομμύρια) κατά τη δεκαετία 1976- 1988, ενώ από τις αίθουσες λειτουργούσαν μόλις οι 1.500 όλο το χρόνο. τις δεκαετίες που ακολουθούν, σημαντικό ρόλο διαδραματίζει το μάρκετινγκ στην παραγωγική διαδικασία του κινηματογράφου. Καταγίνεται με την προσπάθεια να προσελκύσει θεατές, στους οποίους δημιουργεί την «ανάγκη» να παρακολουθήσουν την ταινία, δικαιολογώντας αφενός την υψηλή τιμή του εισιτηρίου, απομακρύνοντας όμως για άλλη μια φορά το δημιουργό από το έργο του, καθώς αδυνατεί να παρακολουθήσει την ιλιγγιώδη διαδικασία προώθησής του[15]


[1] P. Virilio, Πόλεμος και Κινηματογράφος, Αθήνα, Μεταίχμιο 2001, σελ. 24
[2] P. Sorlin, Κοινωνιολογία του Κινηματογράφου, Αθήνα: Μεταίχμιο, 2004, σελ.94
[3] Mast Gerald, A short History of the Movies, Oxford University Press, Oxford 1985 και Jarvie I. C., Towards a Sociology of the Cinema, Routledge and Kegan Paul, London 1970,  στο Κολοβός Ν., 1999, σελ. 30
[4] Ν. Κολοβός,Κινηματογράφος, Η Τέχνη της βιομηχανίας, Αθήνα 1999, Καστανιώτης 1999, σελ 37
[5] K.Marx, Κριτική της πολιτικής οικονομίας, Αθήνα, 1971, Νέοι Στόχοι, σελ. 342
[6] Ν. Κολοβός, ο.π. 1999, σελ. 177
[7] P. Sorlin, ο.π., σελ.109
[8] Ν. Κολοβός, ο.π. 1999, σελ. 188-204
[9] Ν. Κολοβός, ο.π. 1999, σελ. 198
[10] P. Sorlin, ο.π., σελ. 136
[11] Ν. Κολοβός, ο.π. 1999, σελ. 210
[12] Ν. Κολοβός, ο.π. 1999, σελ. 216
[13] Ν. Κολοβός, ο.π. 1999, σελ 38
[14] Ν. Κολοβός, ο.π. 1999, κεφ. 3, IV. Η εκμετάλλευση
[15] Ν. Κολοβός, ο.π. 1999, σελ. 238

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου