Σημειωματάριο για τον Εμφύλιο και τον Κινηματογράφο

Περιηγηθείτε στις σελίδες του για να βρείτε

- ταινίες που αναφέρονται στον ελληνικό Εμφύλιο (1946-1949)

- κριτικές παρουσιάσεις των ταινιών

- συνεντεύξεις των σκηνοθετών και άρθρα για το έργο τους

- στοιχεία για την ιστορία του ελληνικού κινηματογράφου, από το 1906 μέχρι σήμερα

- κείμενα για τη σχέση Ιστορίας και Κινηματογράφου

- αναφορές στη διαδικασία παραγωγής μιας ταινίας και τους παράγοντες που διαμορφώνουν το τελικό αποτέλεσμα


- βιβλιογραφία για τον Εμφύλιο, για τον ελληνικό κινηματογράφο, για την αξιοποίηση των φιλμ μυθοπλασίας ή τεκμηρίωσης στη διδασκαλία της Ιστορίας

Πέμπτη, 2 Δεκεμβρίου 2010

Καπετάν Κεμάλ, ο σύντροφος, 2008, Φώτος Λαμπρινός



Η ταινία κυκλοφορεί στο εμπόριο

Δείτε αποσπάσματα από την ταινία


Σκηνοθεσία Σενάριο: Φώτος Λαμπρινός 
Είδος: ΜΕΓΑΛΟΥ ΜΗΚΟΥΣ, ΝΤΟΚΙΜΑΝΤΕΡ 
Διεύθυνση Φωτογραφίας: Σίμος Σακερτζής 
Μοντάζ: Αλέξης Πεζάς 
Ήχος: Δημήτρης Αθανασόπουλος 
Μουσική: Γιώργος Παπαδάκης 
Παραγωγός: Κώστας Λαμπρόπουλος 
Παραγωγή: CL Productions, ΕΚΚ, ΕΡΤ ΑΕ & Asi Film
Διάρκεια:  52΄

Σύνοψη υπόθεσης[1]
Το πορτραίτο του Μιχρί Μπελί, ενός Τούρκου 92 χρονών του οποίου η βιογραφία συνδέεται με σημαντικές στιγμές του 20ού αιώνα αλλά και με την Ελλάδα. Η ταινία εξετάζει το πώς ένας Τούρκος, ο οποίος μετά τον ελληνοτουρκικό πόλεμο (1919 - 1922) υπήρξε ένθερμος εθνικιστής και φανατικός εχθρός των Ελλήνων, αποφασίζει, το 1947, να μεταβεί παράνομα στα ελληνικά βουνά για να πολεμήσει στον ελληνικό εμφύλιο στο πλευρό των ελλήνων ανταρτών.

[1] http://www.clickatlife.gr/movie/cinema/captain-kemal-a-comrade?id=3778

Κεντρικό πρόσωπο αυτής της ταινίας είναι ο Μεχρί Μπελί, τούρκος κομμουνιστής, που έλαβε μέρος ως -ο μοναδικός ίσως- ξένος εθελοντής στον ελληνικό εμφύλιο, στο πλευρό του Δημοκρατικού Στρατού. Η ταινία αφηγείται τη δική του ιστορία, με φόντο την κοινή μοίρα των δυο λαών, ελληνικού κα τουρκικού, αλλά και των βαλκανικών λαών γενικότερα, κατά το όραμα του Ρήγα Φεραίου.
Ο διαφωτιστής αυτός, με διεθνιστικές αναφορές ήδη από το 18ο αιώνα, αποτελεί ιδεολογικό πρότυπο του Μεχρί. Τον αναφέρει και απαγγέλει στίχους του συχνά μέσα στην ταινία, ενώ τις αναφορές του αυτές τις θυμούνται και παλιοί συναγωνιστές του. Γράφει δε, ο ίδιος:
«αυτά που έλεγε ο Ρήγας, έναν καιρό παλιό καιρό,
οι παρτιζάνοι απ’ τα Βαλκάνια, τα ’καναν έργο ζωντανό»
Ο Μεχρί Μπελί γεννήθηκε σε μια αστική οικογένεια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Ο πατέρας του είναι από τα στελέχη του κεμαλισμού κι ο εθνικισμός διαπνέει την ανατροφή του μικρού Μεχρί. Είναι δε, και ανθελληνιστής μέχρι τη στιγμή που επισκέπτεται την Ελλάδα με το Λύκειό του, στα πλαίσια των «αβροτήτων» της ελληνοτουρκικής φιλίας και συναντά τον Ελευθέριο Βενιζέλο, ο οποίος είχε φοιτήσει στο ίδιο Λύκειο. Αντιλαμβάνεται τη γελιότητα του εθνικισμού κα της εχθρότητας των δυο χωρών, όταν ακούει το Βενιζέλο να απευθύνεται ελληνικά στην τουρκική αντιπροσωπεία, ενώ, ως απόφοιτος τουρκικού σχολείου, σίγουρα μιλούσε τουρκικά, τον δε καθηγητή του να του απαντά στα τουρκικά, αν και μιλούσε άπταιστα ελληνικά, αφού είχε μεγαλώσει στα Γιάννενα. Καταλαβαίνει τότε ότι οι δυο χώρες έχουν ανάγκη η μια την άλλη για να επιβιώσουν. 
Ζει τις μεταρρυθμίσεις που εξευρωπαϊζουν την Τουρκία και φεύγει στην Αμερική για σπουδές. Το μάστερ του έχει θέμα τις ανταλλαγές πληθυσμού που κλείνουν το μικρασιατικό ζήτημα, ανταλλαγές που αντιλαμβάνεται ως εξαιρετικά επιβλαβείς και φθοροποιές και για τις δυο χώρες. Παράλληλα με τις σπουδές του, οργανώνεται στο Κομμουνιστικό Κόμμα και διατρέχει τον αμερικανικό Νότο, οργανώνοντας φτωχούς μαύρους εργάτες κυρίως, σε ένα κλίμα φρίκης και τρόμου δημιουργημένου από την οικονομική κρίση και το ρατσισμό.
Παρακολουθεί τα τεκταινόμενα στην Ελλάδα κι όταν μαθαίνει για τον Εμφύλιο νιώθει πως η θέση του είναι στο πλάι των μαχητών του Δημοκρατικού Στρατού. Γίνεται δεκτός με χαρά αλλά και με ελαφριά καχυποψία για το τι μπορεί να προσφέρει «αυτός ο διανοούμενος» στον ένοπλο αγώνα. Αρχικά του ανατίθεται η έκδοση τουρκόφωνης εφημερίδας –savas= δράση, αγώνας- για τους Πομάκους της περιοχής. Είναι το πρώτο έντυπο σε τουρκική γλώσσα που εκδίδεται στην περιοχή. Η πληροφορία αυτή είναι πολύ ενδιαφέρουσα ως προς την αντίληψη περί διαχείρισης δυνάμεων που υπήρχε στο Δ.Σ. Είναι εντυπωσιακό πώς ένας αντάρτικος στρατός χωρίς τη στήριξη κανενός κράτους ή τα οικονομικά μέσα ενός μεγάλου στρατεύματος, προνοεί για τις ανάγκες ενημέρωσης και επικοινωνίας με τον κόσμο που τον στηρίζει. Αντίστοιχου ενδιαφέροντος κι ενδεικτικές των δημοκρατικών και οργανωτικών αντιλήψεων του Δ.Σ. είναι οι αυτοδιοικητικές εκλογές, ο ορισμός δικαστικών αρχών και διοικητικών συμβουλίων. Η γενικότερη μέριμνα για τη λειτουργική ζωή των περιοχών κορυφώνεται στη συγγραφή Αλφαβηταρίου για την πομακική γλώσσα, που εκδίδεται από το δημοκρατικό Στρατό, με επιμέλεια του «Κεμάλ». Αυτό είναι το όνομα που δίνεται στον τούρκο αγωνιστή από τους έλληνες συντρόφους του στο βουνό.
Στο Δ.Σ. συνδέεται φιλικά με τον καπετάνιο Λασάνη (ψευδώνυμο του δάσκαλου Θανάση Γκένιου) και σιγά μαθαίνει ελληνικά -«τόσο καλά που έβγαζα λόγο μια ώρα και παραπάνω» όπως δηλώνει περήφανος- και του ανατίθεται η διοίκηση μικτού τάγματος, δηλαδή Πομάκων, Ελλήνων και Τούρκων. Πολεμάει ως το 1949 με εξαίρεση διαστήματα που λόγω τραυματισμών νοσηλεύεται σε νοσοκομεία φίλων χωρών.
Από τη στιγμή που θα επιστρέψει στη χώρα του θα ακολουθήσει μια ζωή παρόμοια με αυτή που είχαν οι Έλληνες σύντροφοί του: φυλακίσεις, δίκες, εξορίες, διωγμοί. Μέσα στον κατατρεγμό κατορθώνει να ερωτευτεί και να παντρευτεί με μια συντρόφισσά του, μέσα στη φυλακή –άλλη μια ιστορία «πέτρινων χρόνων»- με την οποία αργεί μεν να βρεθεί αλλά παραμένουν έκτοτε μαζί και για πάνω από 50 χρόνια. Το 1979, μετά από μια απόπειρα δολοφονίας εναντίον του αναγκάζεται να εγκαταλείψει την πατρίδα του για να ζήσει ως εξόριστος στη Στοκχόλμη και το Παρίσι. Δεν ξεχνά την Ελλάδα. Ενημερώνεται για τα εδώ τεκταινόμενα κι επισκέπτεται τους παλιούς του συντρόφους το 1983. Την επόμενη χρονιά μαθαίνει πως ο Λασάνης  αυτοκτόνησε, μην αντέχοντας την τροπή που είχαν πάρει τα πράγματα στο κίνημα. Ο Κεμάλ έρχεται ξανά στην Ελλάδα το 2006, ως εκπρόσωπος στη συνάντηση του Διεθνούς Κοινωνικού Φόρουμ και συμμετέχει ενεργά τόσο στις εργασίες του όσο και στις διαδηλώσεις. Είναι 92 χρόνων αλλά κατορθώνει να επισκεφτεί και το μνημείο εξορίστων του Αη Στράτη.
Ο φακός στέκεται απέναντι στον Κεμάλ με εξαιρετική αγάπη και σεβασμό. Του αφήνει το χρόνο να σκεφτεί, τον παρακολουθεί αργά στο ρυθμό των κινήσεων, «κλέβει» τα βλέμματα και τα αγγίγματα της γυναίκας του. Τον καδράρει σταθερά, αφήνοντάς τον να κυριαρχεί στην οθόνη. Παράλληλα, ντύνει τις αφηγήσεις του με στοιχεία που βοηθούν το θεατή να τις συνδέσει με τα γεγονότα και τις καταστάσεις, ως «αρχαιολόγος» που φέρνει στο φως στοιχεία άλλων εποχών[1]. Φιλμ επικαίρων και άλλα από το αρχείο του Δ. Σ., θυμίζουν –ή συστήνουν;- στο θεατή το ΕΑΜ- ΕΛΑΣ, το δόγμα Τρούμαν, το σχέδιο Μάρσαλ, την αμερικανική βοήθεια, την ανάπτυξη του αντάρτικου και του τακτικού στρατού, τις παρεμβάσεις της Επιτροπής του ΟΗΕ, την προπαγάνδα που εξαπολύει το κράτος κατά των αναρχικών/ εαμοκομμουνιστών. Με εικόνες της εποχής του Εμφυλίου αλλά και σημερινές καταδεικνύονται τα κοινά στοιχεία των σύνοικων πληθυσμών, χριστιανών και μουσουλμάνων, στη Θράκη. Κοινά δράματα, κοινά έθιμα, κοινή μουσική διαμορφώνουν έναν αρκετά ιδιόμορφο χώρο.
Ανάμεσα στα μέρη- κεφάλαια της ταινίας παρεμβάλλονται τίτλοι που θυμίζουν βωβό κινηματογράφο. Έτσι, σε ένα θέμα αρκετά βεβαρυμένο και που οι ως τώρα κινηματογραφικές αναγνώσεις τείνουν να μεγεθύνουν τη δραματικότητά του, δίνεται ένας χαρακτήρας πιο ανάλαφρος. Στην κατεύθυνση αυτή συμβάλλει και η μουσική, που αποτελεί, επίσης, έντονο στοιχείο της ταινίας, χωρίς να έχει ύφος βαρύγδουπο ή πένθιμο. Όπως λέει κι ο Κεμάλ: «Πόλεμος χωρίς τραγούδι δε γίνεται». Τον ακούμε να τραγουδά τον Ύμνο του ΕΛΑΣ στα ελληνικά και στα τουρκικά με δικούς του στίχους. Η επικότητα ντύνεται με ένα ένδυμα χαράς. Αν σε κάτι διαφοροποιείται η ταινία αυτή από πολλά δημιουργήματα με σχετική θεματολογία, είναι πως δεν αποπνέει τον αέρα της ήττας. Οι άνθρωποι που μιλούν είναι χαρούμενοι όχι από άγνοια αλλά ακριβώς γιατί πράττουν αυτό στο οποίο πιστεύουν. «Πίστη, πίστη…» λέει ο Κεμάλ, μιλώντας για τα κίνητρά του τότε. Κι είναι φανερό, βλέποντας τον να περπατά αργά, δίπλα στη σύντροφο της ζωής του, ότι ζει όπως πιστεύει, συνεχίζει να πιστεύει για να μπορεί να ζει και έτσι, κοιτάζει το φακό και γελά, μιλώντας ευχαριστημένος για το γολγοθά που διάλεξε να ζήσει.


[1] Για «ανασκαφή» μιλά ο Φ.Λ. σε σημειώμά του στο αφιέρωμα του 11ου Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης- Εικόνες του 21ου αιώνα- Φώτος Λαμπρινός

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου